Το Κολοσσαίο είναι ένα τεράστιο αμφιθέατρο, του οποίου τα επιβλητικά απομεινάρια μας επιτρέπουν να θαυμάσουμε το αρχαίο μεγαλείο το οποίο ξεκίνησε στον καιρό του Βεσπασιανού το 72 μ.Χ. και το ολοκλήρωσε ο γιος του, Τίτος, το 80 μ.Χ. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν Εβραίοι αιχμάλωτοι. Το πραγματικό του όνομα είναι "Φλάβιο Αμφιθέατρο", ονομάστηκε όμως κοινώς Κολοσσαίο, τόσο για τις διαστάσεις του, όσο και για την τοποθεσία του δίπλα στο Κολοσσό του Νέρωνα. Επιπλέον, έγινε σύμβολο της πόλης, ώστε τον 8ο αιώνα ο Βέδας το υμνούσε: "όσο υπάρχει Κολοσσαίο, θα υπάρχει η Ρώμη, κι όταν αυτό πέσει, θα πέσει και η Ρώμη, μα όταν πέσει και η Ρώμη, θα πέσει και ο κόσμος". Μετά την λεηλασία από τους Νορμανδούς (1084) από την αρχαία και κλασική Ρώμη παρέμεινε μόνο ο σκελετός της. Το Κολοσσαίο εγκαταλείφθηκε εξίσου και για πολύ καιρό αποτέλεσε αποθήκη υλικού για να χτιστεί σχεδόν μια ολόκληρη πολιτεία. Ο Βενέδικτος ΙΔ' για να σώσει ότι απέμεινε, θέλησε να αγιάσει το παλιό αμφιθέατρο με την ευλάβεια της "Via Crucis", υψώνοντας καταμεσής έναν σταυρό. Ο σταυρός που τον έβγαλαν πριν απο μισό αιώνα, είχε ξαναϋψωθεί το 1926, για τους χιλιάδες μάρτυρες που ομολόγησαν την πίστη τους με την ζωή τους.
Τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων ήταν τα παιχνίδια του Ιππόδρομου (ludi circenses), που εφευρέθηκαν τα τελευταία χρόνια της Δημοκρατίας, ούτως ώστε να τους ερεθίζουν και να θρέφουν μέσα τους το πολεμόχαρο πνεύμα τους. Κατά αυτόν τον τρόπο αναδύθηκε το επάγγελμα των μονομάχων, οι οποίοι ήταν εκπαιδευμένοι να μάχονται, σκοτώνοντας ο ένας τον άλλο, ενώ τα θηρία κάθε είδους πρόσθεταν στον τρόμο του θεάματος. Ο Δίων ο Κάσσιος αναφέρει (Δίων Κ., Ρωμ. Ιστ. 1-11) πως 9.000 θηρία θυσιάστηκαν τις 100 μέρες που διήρκεσαν οι γιορτές για τα εγκαίνια του Κολοσσαίου. Αφού τελείωνε το κυνήγι των ζώων, συχνά η αρένα γέμιζε γρήγορα με νερό για να γίνουν οι ναυμαχίες.
Αναλυτικότερα, το Κολοσσαίο είναι ελλειπτικού σχήματος (187μ. x 155μ.). Στο εξωτερικό του υπήρχαν τρείς καμάρες, με δωρικές, ιονικές και κορινθιακές κολόνες και ένα τέταρτο επίπεδο με κορινθιακές παραστάσεις. Ένας ελλειπτικός κύκλος με 80 τόξα, σχημάτιζε το εξωτερικό περίβλημα της επιφάνειας. Ακόμη, τέσσερα τόξα που αντιστοιχούσαν στις τέσσερις ημιδιαμέτρους οδηγούσαν σε έναν τεράστιο διάδρομο που περιτριγύριζε όλο το Κολοσσαίο. Στη μέση της εξέδρας, ονόματι υποβολείον, βρισκόταν το κάθισμα του αυτοκράτορα. Η υπόλοιπη εξέδρα ήταν κατειλημμένη από την Σύγκλητο και την αυτοκρατορική οικογένεια. Ακολουθούσαν οι θέσεις των ιππέων, των δημάρχων και των στρατιωτικών. Οι παντρεμένοι είχαν δικές τους θέσεις. Επίσης, υπήρχαν ειδικές θέσεις για νέους που συνοδεύονταν από τους δασκάλους τους, για οικογένειες και υπηρέτες, για τις γυναίκες και τους πληβείους τους. Το Κολοσσαίο όταν έβρεχε ή όταν είχε καύσωνα, σκεπαζόταν από ένα τεράστιο πανί που κρατούσαν δύο ομάδες, ναύτες αποσπασμένοι από τον στόλο της Ραβέννας και του ακρωτηρίου Μιζένο. Αυτές οι δύο ομάδες συμμετείχαν επίσης και στις ναυμαχίες εντός του αμφιθεάτρου.
Εν κατακλείδι, το Κολοσσαίο λειτούργησε για περίπου 400 χρόνια, με μια διακοπή μεταξύ των ετών 217-238 μ.Χ., εξαιτίας ενός κεραυνού που κατέστρεψε μεγάλο τμήμα του. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα, ύστερα από πολλούς αιώνες, αποτελεί το καμάρι της Ρώμης και προκαλεί τον θαυμασμό του επισκέπτη. Κατά τον Μάρκο Βαλέριο Μαρτιάλη (Μαρτ.,De Spectaculis, 7-8) "κάθε άλλο δημιούργημα υποχωρεί μπροστά στο αμφιθέατρο των Καισάρων, η δόξα θα τιμήσει μόνο αυτό, στην θέση όλων των άλλων".
Βιβλιογραφία:
Nicolai, F. Ρώμη: Το Βατικανό - Η Καπέλα Σιστίνα.(2000). Ιταλία. Εκδόσεις Lozzi Roma s.a.s
Εικόνες:
Nicolai, F. Ρώμη: Το Βατικανό - Η Καπέλα Σιστίνα.(2000). Ιταλία. Εκδόσεις Lozzi Roma s.a.s
Από την Ναταλία Πάττα


